Τρίτη 17 Μαρτίου 2026

Αγιολέος Παλαιομεθώνης: Το μοναστήρι- «αίνιγμα» της μεσαιωνικής Μεσσηνίας


 Περί τα τρία χιλιόμετρα βορειανατολικά της Μεθώνης, στην ανεξερεύνητη εν πολλοίς ακόμη περιοχή της Παλαιομεθώνης και σε θέση εις την οποία κοντά κελαρύζουν δροσερά πηγαία ύδατα, υψώνονται με όλες τις λαβωματιές του χρόνου στην παρουσία τους τα ποιητικά απομεινάρια ενός γοτθικού μεσαιωνικού ναού.

Το όνομα αυτού «Αγιολέος», κάτι που για αρκετούς που τον ερεύνησαν στο παρελθόν παραπέμπει –λανθασμένα κατά την ταπεινή μου γνώμη και εξηγώ πιο κάτω το γιατί– στον Άγιο Λέοντα τον «νέο» ή «θαυματουργό», ο οποίος μαζί με τον επίσκοπο Αθανάσιο είναι οι δύο τοπικοί άγιοι της Μεθώνης.

Η ιστορία του Αγιολέου έχει «πονοκεφαλιάσει» κατά καιρούς αρκετούς ανθρώπους της έρευνας των τοπικών ιστορικών και αρχαιολογικών θεμάτων. Ας υπογραμμιστεί, πάντως, αρχικά ότι όλοι σχεδόν συμφωνούν πως η ανέγερση ενός μεγάλου μέρους του οικοδομήματος σημειώθηκε κάπου εντός του πρώτου μισού του 13ου αιώνος, κατά τα έτη δηλαδή που ακολούθησαν την κατάκτηση του Μοριά από τους σταυροφόρους του Γουλιέλμου Σαμπλίτη και του Γοδεφρείδου Α’ Βιλλεαρδουίνου και την απαρχή της κυριαρχίας των Κάστρων Μεθώνης και Κορώνης από τους Βενετσιάνους. Τότε, ως ολάκερο μοναστήρι του λατινικού δόγματος, το ίσως αφιερωμένο στην Παναγιά de Verge ιστορικό αυτό μνημείο, κατοικούνταν από καλόγριες του τάγματος των Κιστερκιανών. Εξαιτίας δε της πολύ πλούσιας βλάστησης που το περιέβαλε, το μοναστήρι ονομαζόταν «Παράδεισος της Παναγιάς», εφόσον βέβαια δεχτούμε ότι πρόκειται πράγματι για την Παναγιά de Verge και όχι για κάποιον άλλο, άγνωστό μας ναό.

Στα 1266, ωστόσο, και σε μίαν εποχή κατά την οποία το Βυζάντιο είχε αρχίσει να ανακάμπτει έναντι των Φράγκων κατακτητών, το κιστερκιανό μοναστηριακό συγκρότημα δέχτηκε επίθεση και κατεστράφη από τους Έλληνες, κατά τον ίδιο τρόπο που αχρηστεύτηκαν από τους ίδιους τα αβαεία του Ζαρακά στην Κορινθία και της Παναγιάς της Ίσοβας στην Ηλεία. Εντούτοις, η ιστορία του Αγιολέου δεν έλαβε τέλος με το γεγονός αυτό αμετακλήτως, μα κάθε άλλο, διότι, όπως τεκμηριώθηκε από τους πανεπιστημιακούς καθηγητές Δημήτριο Πάλλα και Χαράλαμπο Μπούρα, πολλά από τα σημερινά κατάλοιπά του ανάγονται κατά το πιθανότερο στον 15ο αιώνα, είναι δηλαδή εμφανώς μεταγενέστερα από το αρχικό κιστερκιανό γοτθικού ρυθμού οικοδόμημα. Αυτή η πληροφορία μάς είναι ιδιαίτερα χρήσιμη και εξηγώ το γιατί αμέσως.

Η διαπίστωση μιας δεύτερης φάσης οικοδομικών εργασιών στο μοναστήρι, μάλλον μέσα στον 15ο αιώνα και σύμφωνα πάντα με τους προαναφερόμενους ακαδημαϊκούς ερευνητές του μνημείου, τεκμηριώνει σαφώς ότι ανεγέρθη εκ νέου, δίχως ωστόσο να γκρεμισθεί ό,τι είχε απομείνει όρθιο από τα υπολείμματα του παλιού οικοδομήματος. Έτσι, κατοικήθηκε και πάλι από κάποιο μοναστικό τάγμα της Δύσης, το οποίο έχω την πεποίθηση ότι δεν μπορεί να είναι άλλο από το ιδρυθέν τον έκτο αιώνα στην Ιταλία Τάγμα του Αγίου Βενέδικτου. Γνωρίζουμε ότι στη βενετική Μεθώνη, τα χρόνια εκείνα, ήγουν κατά την Ύστερη Λατινοκρατία, κρατούσαν σε λειτουργία τα μοναστήρια τους διάφορα καλογερικά τάγματα της Δύσης, όπως οι Δομινικανοί και οι Φραγκισκανοί, καθώς και δύο ιεροϊπποτικά τάγματα, οι Σπιταλιώτες και οι Τεύτονες. Εδώ θα μας απασχολήσει (όχι πολύ, μα απαραίτητα), μονάχα ένα δυτικό καλογερίστικο τάγμα, αυτό των Βενεδικτίνων, των ονομαζόμενων και «Μαύρων Μοναχών» (χαρακτηρισμός που προέκυψε από το μαύρου χρώματος ράσο που φορούν), το οποίο, όπως προανέφερα, κατά την εκτίμησή μου, κατοίκησε κάπου μέσα στον 15ο αιώνα το παλιό ημιερειπωμένο μοναστήρι της Παλαιομεθώνης, που δεν αποκλείεται να αντιστοιχεί στον κιστερκιανό ναό της Παναγίας de Verge.

Τότε, το εν λόγω μνημείο θα πρέπει λογικά να άρχισε να καλείται από τους Έλληνες και «Αγιολέος». Το γιατί, ωστόσο, κατέληξε να ονομάζεται έτσι, καθώς, όπως είπαμε και ανωτέρω, δε σχετίζεται με κανέναν τρόπο με οποιονδήποτε Άγιο Λέο ή Λέοντα, θα εξηγηθεί.

Προχωρώντας, λοιπόν, η προσοχή μας θα στραφεί προς τον «σκιώδη» χρηματοδότη της ανακατασκευής και της πιθανής επεκτάσεως του μνημείου του Αγιολέου κατά τον 15ο αιώνα, ο οποίος ύστερα από έρευνα μακρά έχω φτάσει στο σημείο να θεωρώ πως δεν είναι άλλος από μια ισχυρή κοινωνικά και οικονομικά για την εποχή της οικογένεια της ευρωπαϊκής δύσης: τους Ατζιαγιόλι (Acciaiuoli).

Οι Ατζιαγιόλι ή, αν προτιμάτε, οι «Ατζιάβολοι», κατά τον τρόπο που τους αποκαλούσαν οι Έλληνες, ήσαν μέλη της ηγετικής τάξης της Φλωρεντίας. Στον Niccolo Acciaiuoli (1310-1365), ο οποίος είχε χρισθεί ιππότης από τον βασιλέα της Νεαπόλεως και τιτλούχο βασιλιά των Ιεροσολύμων, τον Ροβέρτο τον «Σοφό» (εκ του Οίκου των Καπετιδών-Ανζού), οφείλεται η εγκατάσταση του Οίκου των Ατζιαγιόλι στον ελλαδικό χώρο. Βέβαια, παρά το γεγονός αυτό, στην πραγματικότητα ο Νέριο Α’, ανεψιός του Niccolo, είναι ο πλέον γνωστός Ατζιαγιόλι των ελληνικών ιστορικών βιβλίων, μιας και υπήρξε ένας εκ των διασημοτέρων Δουκών των Αθηνών, ο οποίος μάλιστα ετάφη –σύμφωνα με δική του παραγγελία– κάπου στην Ακρόπολη των Αθηνών.

Οι Ατζιαγιόλι γνωρίζουμε (με αποδείξεις) πως κατείχαν εδάφη στη Μεσσηνία. Όπως αναφέρει ο καθηγητής ιστορίας Andrea Nanetti: «Ανάμεσα στα φέουδα του Niccolo Acciaiuoli στον Μορέα το 1354 και στα φέουδα των Angelo και Lorenzo Acciaiuoli του 1379 περιλαμβάνονταν τα χωριά Γκρίζι (σημερινό Ακριτοχώρι) και Κόσμινα».

Πώς απέκτησε, ωστόσο, όλα αυτά τα εδάφη (κι ακόμη περισσότερα) ο Niccolo; Μια εύκολη απάντηση θα ήταν μέσα από τη στενότατη σχέση του με την Αικατερίνη των Βαλουά-Κουρτεναί, δηλαδή την τιτλούχο Λατίνη Αυτοκράτειρα της Κωνσταντινουπόλεως. Ωστόσο, ανεξάρτητα από την εύνοια της Αικατερίνης που ενδεχομένως έτυχε, καθώς εικάζεται πως διατηρούσαν στα κρυφά οι δυο τους μια φλογερή ερωτική σχέση, ο Niccolo Acciaiuoli εργάστηκε έξυπνα για να αποκτήσει πολιτική δύναμη στο Πριγκιπάτο της Αχαΐας, κάτι που σήμαινε αυτομάτως και την απόκτηση όλο και περισσότερων γαιών. Μάλιστα, μια πτυχή της δυνάμεώς του, αυτή της οικονομικής, μας φανερώνεται μέσα από την πληροφορία ότι στα 1335 ίδρυσε στο άλλοτε νομισματοκοπείο των Βιλλεαρδουίνων της Γλαρέντζας ανταλλακτήριο συναλλάγματος.

Ας περάσουμε, όμως, τώρα να δούμε τι μας αφηγείται –ακουσίως αινιγματικά– ο ιστορικός William Miller, μέσα από το κλασικό έργο του «Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα», περί της σχέσεως του τάγματος των Βενεδικτίνων συγκεκριμένα με την περιοχή της Μεθώνης και τους Ατζιαγιόλι: Κλήρος του θετού γιου του Niccolo ήταν το κάστρο του Βουλκάνου, στη Μεσσηνία, κι όλα τα υποστατικά, τα δικαιώματα και οι υποτελείς στη βαρονία της Καλαμάτας. Οι δύο Άγγελοι θα μοιράζονταν τη δεκάτη των κτημάτων που είχε δωρίσει σε κάποιο μοναστήρι Βενεδικτίνων της Μεθώνης στη μνημονευθείσα βαρονία.

Καταλήγοντας
Στο βιβλίο του Φλωρεντινού ουμανιστή και ιστορικού του 15ου αιώνος, Matteo di Marco Palmieri, το οποίο φέρει τον τίτλο “La vita di Niccolo Acciaioli” (επιμέλεια Alessandra Mita Ferraro), βρίσκεται κατά την εκτίμησή μου η λύση του αινίγματος. Εκεί διαβάζουμε (στα λατινικά) τα ακόλουθα: Quatuor ex Margarita uxore genuit filios, ut supra monstravimus. Duos preterea adoptavit, Angelum Alamanni et Nerium Iacobi filium, Acciaioleos ambos et sibi cognationis gradu propinquos. 

Που θα πει ότι: (Ο Niccolo) Απέκτησε τέσσερις γιους με τη σύζυγό του Μαργαρίτα, όπως δείξαμε παραπάνω. Υιοθέτησε επίσης δύο, τον Άγγελο του Αλαμάννο και τον Νέριο, γιο του Ιακώβου, και οι δύο Ατζιαγιόλι και στενοί συγγενείς του εξ αίματος.

Αντί επιλόγου
Το ονοματωνύμιο «Acciaioleos», το οποίο, όπως πιστεύω, παραφράστηκε τον 15ο αιώνα από τον ελληνικό πληθυσμό της περιοχής της Μεθώνης σε «Αγιολέος», σε συνδυασμό με όλα όσα είπαμε παραπάνω, αλλά και με όσα δε γινόταν να πούμε εξαιτίας του περιορισμένου χώρου ενός άρθρου, αποτελεί, όπως προανέφερα, και τη λύση του «μυστηρίου» της ιστορίας του φραγκικού ναού της Παλαιομεθώνης. Επίσης, θα πρέπει να τοποθετήσουμε στο τραπέζι και κάτι ακόμη: ο Οίκος των Ατζιαγιόλι, έφερε, ως είναι απολύτως φυσιολογικό, τον δικό του θυρεό. Ο ναός του Αγιολέου φέρει ακόμη δύο θυρεούς, οι οποίοι είναι εντούτοις τόσο φθαρμένοι που είναι πραγματικά αδύνατον να κατανοήσει κάποιος το τι ακριβώς απεικόνιζαν. Γνώμη μου είναι πως δεν είναι απίθανο να επρόκειτο για τα εμβλήματα των Φλωρεντίνων Ατζιαγιόλι, στα οποία κυριαρχεί πάντοτε ο όρθιος στα δύο πισινά του πόδια λέοντας (lion rampant). Μήπως, λοιπόν, οι Έλληνες, μαζί με το ονοματωνύμιο «Acciaioleos», είχαν επηρεαστεί και από τις δύο (ή και περισσότερες πιθανόν έως κάποτε) ανάγλυφες παραστάσεις των λεόντων στο ναό, ώστε να συνηθίσουν να τον αποκαλούν Άγιο Λέοντα και Αγιολέο;

Το πότε ακριβώς ερημώθηκε το σπάνιο για την περιοχή μας αυτό ιστορικό μνημείο, μας είναι άγνωστο. Μολαταύτα, μπορούμε να εικάσουμε πολύ εύλογα πως αυτό συνέβη ακριβώς στα 1500, με την άμεση δηλαδή απόσυρση των βενετικών και των υπολοίπων δυτικών δυνάμεων από την περιοχή, ένεκα της απαρχής της Οθωμανοκρατίας. Πάντως, ερωτηματικό προκαλεί και η ύπαρξη υπολειμμάτων μεσαιωνικού φρουρίου σε χαμηλού ύψους λόφο στην περιοχή της Παλαιομεθώνης (θέση Παλαιόκαστρο), το οποίο έχει εξαίρετη οπτική επαφή και με το ναό του Αγιολέου. Το ερώτημα «σε ποιο ιστορικό πρόσωπο αντιστοιχεί η ανέγερση του εν λόγω φρουρίου», θα πρέπει να μας προβληματίσει.    

Του Μιλτιάδη Τσαπόγα

Βασικές Πηγές-Βιβλιογραφία
Palmieri, Matteo: La vita di Niccolo Acciaioli (επιμέλεια Alessandra Mita Ferraro), Il Mulino, 2001.

Panagopoulos, Beata-Kitsiki: Cistercian and Mendicant Monasteries in Medieval Greece, The University of Chicago Press, 1979.

Miller, William: Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα, Ελληνικά Γράμματα, 1997.

Μπούρας, Χαράλαμπος: Περί του Αγιολέου Μεθώνης (Εύκολη πρόσβαση στην εργασία μέσω του ηλεκτρονικού περιοδικού «Αριστομένης ο Μεσσήνιος»).

Πάλλας, Δημήτριος: Έρευναι εν Μεθώνη, Πρακτικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας 1969.

Γιαννακόπουλος, Δημήτρης Κ: Δουκάτο των Αθηνών. Η Κυριαρχία των Acciaiuoli, Βάνιας, 2006.

Ντούρου Ηλιοπούλου, Μαρία: Οι Δυτικοί στη Ρωμανία (13ος-15ος αιώνας). Μια Ερευνητική Προσέγγιση, Κοράλλι, 2013.

Συλλογικό: Φράγκοι και Βενετοί στη Μεσσηνία. Διερευνώντας το Δυτικό Παρελθόν της Πελοποννήσου. Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου, Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας, Καλαμάτα, 2023.

Συλλογικό: Μεσσηνία. Τόπος, Χρόνος, Άνθρωποι, Μίλητος 2007.

Nanetti, Andrea: Case di ordini mendicanti nella Messenia veneziana testimonianze documentarie fino al 1500. Bibliotheca Hertziana, Rome 2001.

Tsougarakis, Nickiphoros I: The Latin Religious Orders in Medieval Greece 1204-1500, Brepols Publishers, Belgium, 2012.

Ζώρας, Γεώργιος Θ: Χρονικόν περί των Τούρκων Σουλτάνων κατά τον Βαρβερινόν Ελληνικόν Κώδικα 111, Αθήναι 1958.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου