Σάββατο 28 Μαρτίου 2009

MIXAΛΗΣ ΨΙΛΑΚΗΣ Ο Ελληνας σεφ του Μπαράκ Ομπάμα

Tο μενού προχθές το βράδυ στο image Λευκό Οίκο είχε: τόνο με φέτα, τουρσί και κομματάκια από πεπόνι, μουσακά, κουνέλι με σαλιγκάρια, τραχανά με χαλούμι, ψητό χταπόδι με μανιτάρια, μάραθο και πράσο, αρνίσιο γύρο με τζατζίκι. Καλά το καταλάβατε. Ο πρώτος εξωτερικός σεφ που κάλεσε ο Μπαράκ Ομπάμα στο Λευκό Οίκο είναι Ελληνας, γιος μεταναστών πρώτης γενιάς, από την Κρήτη (ο πατέρας) και τη Μεσσηνία (η μητέρα). «Είναι μια βόλτα με μαγικό χαλί. Είναι σουρεαλιστικό», ήταν τα πρώτα -ενθουσιώδη- λόγια του Μιχάλη Ψιλάκη, μόλις έμαθε ότι θα έχει την ευθύνη του δείπνου που θα παραθέσει ο Πρόεδρος των ΗΠΑ για να τιμήσει την επέτειο της 25ης Μαρτίου του 1821. Στη μνήμη του ήρθαν σκηνές από την παιδική του ηλικία, στο Λονγκ Αϊλαντ, όταν οι γονείς του άνοιγαν το σπίτι τους τουλάχιστον δέκα φορές το χρόνο, ψήνοντας αρνιά και φτιάχνοντας παραδοσιακές ελληνικές συνταγές για περισσότερους από 200 συγγενείς, φίλους και γνωστούς. Σε αυτές τις γεύσεις «πάτησε» ο κ. Ψιλάκης για να δημιουργήσει τα μοντέρνα πιάτα που πολύ γρήγορα κέρδισαν την «υψηλή κοινωνία» της Νέας Υόρκης. Γνωστά αμερικανικά περιοδικά γαστρονομίας τον βράβευσαν πέρυσι ως «τον καλύτερο σεφ της χρονιάς» στη Νέα Υόρκη. Τα δύο ιδιόκτητα εστιατόρια στο Μανχάταν, «Ανθός» και «Κέφι», προσέλκυαν ήδη για τρίτη χρονιά χιλιάδες κόσμου, που έσπευσαν να γευτούν τη «διαφορετική» ελληνική κουζίνα. «Ο Ψιλάκης επαναπροσδιόρισε με τρόπο μεγαλοφυή την ελληνική μαγειρική στην Αμερική», έγραψαν οι κριτικοί.
Πώς άρχισαν όλα αυτά; «Από τα κεφτεδάκια της μητέρας μου και τα λουκάνικα με ντομάτα και πιπεριά της θείας μου!», δηλώνει ο Ελληνοαμερικανός σεφ: «Τα πρώτα 20 χρόνια της ζωής μου τρώγαμε οικογενειακά κάθε βράδυ. Περιμέναμε πάντα τον πατέρα μου να γυρίσει σπίτι -ανεξάρτητα από την ώρα- για να κάτσουμε γύρω από το λιτό ελληνικό τραπέζι της μητέρας μου. Εκείνη μου έμαθε να σέβομαι το φαγητό». Τα υπόλοιπα ήρθαν ως φυσιολογική συνέχεια. Αφού σπούδασε λογιστική, έβαλε πλώρη και για δεύτερο πτυχίο (νομικής), δουλεύοντας παράλληλα ως σερβιτόρος στα «Friday’s» για να κερδίσει τα προς το ζην. Σε ηλικία 23 ετών άνοιξε την πρώτη του τρατορία και λίγα χρόνια αργότερα το πρώτο του ελληνικό εστιατόριο, «Ονειρα». Η καταξίωσή του στη νεοϋορκέζικη σκηνή ήρθε με τον «Ανθό», που πρόσφερε πρωτότυπα πιάτα βασισμένα σε παραδοσιακές ελληνικές γεύσεις. Το τελευταίο γεύμα που θα ήθελε να φάει στη ζωή του, ωστόσο, δεν είναι διόλου πρωτότυπο: «Μουσακάς, αρνί στη σούβλα, σαλάτα με ντομάτες από τον κήπο μου και γαλακτομπούρεκο»!
[Του Κώστα Παπαχλιμίντζου
από την εφημερίδα “ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ“]

"ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ" 28/03/2009

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου